← Πίσω pera_apo_ton_mhdenismo_tou_dytikou_marxismou ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΣΚΕΨΗ ΧΑΖ ΑΛ ΝΤΙΝ

Πέρα από τον μηδενισμό του Δυτικού Μαρξισμού: Ο Σοσιαλισμός, η Θρησκεία και η Αναζήτηση του Απόλυτου Νοήματος

sosialismos.gr · 17 Jul 2026

Η συζήτηση για τη σχέση κομμουνισμού και θρησκείας έρχεται ξανά και ξανά στην επιφάνεια της δημόσιας κριτικής συχνά με εξαιρετικά απλουστευτικούς όρους: «ο κομμουνισμός είναι εκ φύσεως αθεϊστικός, τέλος συζήτησης». Αυτή η θέση, αν και έχει ιστορικό έρεισμα, όταν τίθεται με τέτοιους όρους χάνεται η πολυπλοκότητα ενός ζητήματος που χρειάζεται πολύ πιο ενδελεχή επεξεργασία. Το παρόν κείμενο, βασίζεται στον αρχηγό του δυτικού κομμουνιστικού κινήματος, Χαζ Αλ Ντιν και επιχειρεί να αποδομήσει αυτή την απλοποιημένη εκδοχή της μαρξιστικής σκέψης, εκκινώντας από μια θεμελιώδη, όσο και απαραίτητη διάκριση: ο αθεϊσμός του 19ου και του 20ού αιώνα δεν έχει καμία σχέση, ποιοτικά, με αυτό που σήμερα αποκαλούμε «νέο αθεϊσμό». 

Όταν οι κομμουνιστές του 19ου αιώνα διακήρυτταν την αθεΐα τους, δεν το έπρατταν μέσα σε έναν κόσμο τον οποίο αντιλαμβάνονταν ως στερούμενο νοήματος. Η κοινωνία της εποχής ήταν βαθιά διαποτισμένη από μια βιβλική «ασυνείδητη» δομή, ένα πλέγμα αξιών, ηθικής και νοηματοδότησης που προερχόταν από τη θρησκευτική παράδοση και αποτελούσε το κοινό υπόβαθρο του πολιτισμού. Το συγκεκριμένο υπόβαθρο αξιών, μάλιστα, ήταν αυτό εναντίον του οποίου στράφηκε ο Φρίντριχ Νίτσε και αξιοποιήθηκε κατά κόρον από τους Ναζί προκειμένου να ικανοποιήσουν τον διεστραμμένο και εγκληματικό αντικοινωνισμό τους. 

Η απόρριψη της θρησκείας από τους πρώτους κομμουνιστές δεν στόχευε, λοιπόν, στο σύνολο αυτού του πλέγματος αξιών, αλλά σε μια συγκεκριμένη λειτουργία της θρησκείας: τον ρόλο της ως εργαλείου επιβολής των κυρίαρχων τάξεων. Η κριτική στην Εκκλησία, ως θεσμού που συνεργαζόταν με το κράτος, την εκτελεστική εξουσία και την τάξη καπιταλιστών με στόχο τη συνειδησιακή καταστολή και αδρανοποίηση του εργαζόμενου ανθρώπου, δεν ήταν καθόλου αβάσιμη, αντίθετα, περιέγραφε με ακρίβεια πραγματικές σχέσεις εξουσίας στην Ευρώπη του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Ωστόσο, η εν λόγω κριτική άφηνε ανέγγιχτο κάτι πιο θεμελιώδες: τον πυρήνα της θρησκευτικότητας καθαυτής, την ανάγκη της αναζήτησης του ανθρώπου για το απόλυτο νόημα του κόσμου, την δικαιοσύνη και την αλήθεια. Οι κομμουνιστές του περασμένου αιώνα δεν ήταν μηδενιστές. Πίστευαν σε κάτι απόλυτο, σε μια δίκαιη κοινωνία, στην επιδίωξη της ίδιας της  «Βασιλεία των Ουρανών επί της Γης», αν θέλουμε να δανειστούμε τη θρησκευτική γλώσσα. Αυτή η πίστη απαιτούσε δέσμευση, θυσία και πειθαρχία. Χαρακτηριστικά που τους έφερναν, πολύ εγγύτερα στο θρησκευτικό αίσθημα, έως σημείου ταύτισης, παρά στον σύγχρονο, καταναλωτικό, ατομοκεντρικό αθεϊσμό.

Εδώ εντοπίζεται και η ουσιαστική διαφορά με τη σημερινή εποχή. Ο αθεϊσμός του 21ου αιώνα δεν είναι καν προϊόν στοχασμού ή ιδεολογικής σύγκρουσης, αντίστοιχος με αυτόν του διαφωτιστικού ορθολογισμού, είναι το εκ το προτέρων δοθέν ιδεολογικό υπόστρωμα μιας κοινωνίας πλήρως προσαρμοσμένης στην καταναλωτική λογική του καπιταλισμού. Δεν χρειάζεται καμία ενεργή διανοητική προσπάθεια, καμία εντρύφηση σε θεωρητικές πραγματείες, για να καταστεί κανείς σήμερα «άθεος». Το μόνο που αρκεί είναι να ζει παθητικά, να καταναλώνει ό,τι του σερβίρεται από την κυρίαρχη κουλτούρα των μέσων μαζικής χειραγώγησης, να απέχει φοβικά από την αναμέτρηση με τα ουσιώδη ερωτήματα της ύπαρξης..

Ασφαλώς, η ανωτέρω νοοτροπία δεν είναι σε καμία περίπτωση μια πιο σύγχρονη έκφανση του αθεϊσμού, με τον τρόπο που εννοούσε και αντιλαμβανόταν τον όρο ο Μαρξ. Είναι μηδενισμός: η ολοσχερής απουσία οποιασδήποτε δέσμευσης σε μια ιδέα, μια αξία, έναν σκοπό για τον οποίο αξίζει κανείς να αγωνιστεί. Η περίφημη φράση του Μαρξ για τη θρησκεία ως «όπιο του λαού» έχει διαστρεβλωθεί με τα χρόνια και έχει χρησιμοποιηθεί για να νομιμοποιήσει ακριβώς αυτή την παθητικότητα, σαν να ήταν ο Μαρξ ιεροκύρηκας άδειας ζωής χωρίς κανέναν υπερβατικό ορίζοντα. Στην πραγματικότητα, εντούτοις , η μαρξική κριτική στη θρησκεία ήταν κριτική στον ρόλο της Εκκλησίας ως μέσου απόσπασης της προσοχής του λαού από τα πραγματικά, υλικά προβλήματα της ανθρωπότητας και αναπροσανατολισμού της συλλογικής σκέψης σε μεταφυσικής υφής ανησυχίες. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν απέρριπτε ο Μαρξ καθεαυτή την εγγενή ανθρώπινη ανάγκη για εύρεση του νοήματος στον κόσμο.

Δεν είναι τυχαίο ότι στοχαστές όπως ο Φρίντριχ Ένγκελς μελέτησαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την ιστορία του πρώιμου χριστιανισμού και εντόπισαν εντυπωσιακές αναλογίες με το κομμουνιστικό κίνημα: κοινότητες που απέρριπταν τον πλούτο, μοιράζονταν τα υπάρχοντά τους, στρέφονταν ενάντια στις κατεστημένες θρησκευτικές και πολιτικές ελίτ της εποχής τους. Οι πρώτοι χριστιανοί, εξάλλου, κατηγορούνταν από τους Ρωμαίους ως «άθεοι», ακριβώς επειδή απέρριπταν το ειδωλολατρικό πάνθεον χάριν μιας ενιαίας, οικουμενικής αλήθειας. Η ίδια κατηγορία της «αθεΐας» τους αποδόθηκε ιστορικά και στους πρώτους Εβραίους και στους πρώτους μουσουλμάνους, ακριβώς επειδή αρνούνταν να προσκυνήσουν τις κυρίαρχες θεότητες της εποχής τους.

Συνεπώς, ο κομμουνισμός, ξεκινώντας από τον ίδιο τον Μαρξ, δεν αποτέλεσε τόσο ρήξη με την αβρααμική παράδοση, όσο μια αναδιατύπωσή της πάνω σε νέα βάση, ανήκει στο ίδιο ανθρωπιστικό ρεύμα σκέψης και αποτελεί προσπάθεια να διασωθεί ο πυρήνας της θρησκευτικής αναζήτησης για δικαιοσύνη και νόημα, απαλλαγμένος από τη θεσμική του χρήση ως εργαλείου εξουσίας. Ο ίδιος ο Μαρξ, άλλωστε, έβλεπε τη θρησκεία ως «αναστεναγμό του καταπιεσμένου, δηλαδή ως μια αλλοτριωμένη έκφραση της ίδιας της ουσίας του ανθρώπου, μιας ουσίας που, κατά τη μαρξική οπτική, έπρεπε να «επιστραφεί» στον άνθρωπο, όχι να καταστραφεί.

Είναι χαρακτηριστική, εδώ, η ευρύτερη πρόσληψης της μαρξιστικής σκέψης από τον δυτικό μαρξισμό ως φιλοσοφία της απόλυτης κατάργησης. Αντίθετα, ο Μαρξ προερχόμενος από ένα περιβάλλον όπου η χεγκελιανή σκέψη ήταν ορίζουσα των νοηματοδοτήσεών του δεν αντιλαμβανόταν ποτέ την πραγματικότητα με όρους απόλυτης άρνησης, αλλά αντίθετα, έβλεπε την κάθε αλλαγή με όρους υπέρβασης της υπάρχουσας κατάστασης. Η υπέρβαση, ως φιλοσοφική κατηγορία, διατηρεί σε ανηρημένη και μετασχηματισμένη μορφή το παλιό σε ένα ανώτερο επίπεδο. 

Δυνάμει των παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω ανάλυση δεν έχει απλώς ιστορικό ενδιαφέρον· έχει άμεση πολιτική σημασία στο σήμερα. Σε πολλά μέρη του κόσμου παρατηρούμε μια απρόσμενη σύγκλιση: θρησκευόμενοι και κομμουνιστές βρίσκονται στο ίδιο μέτωπο απέναντι στην καπιταλιστική νεωτερικότητα που έχει παραγάγει ένα παθητικό, ηδονιστικό, υποκείμενο, που περιδιαβαίνει στον βίο του δίχως καμία πυξίδα νοήματος. Αυτή η συμμαχία δεν προέκυψε από κάποια θεωρητική καινοτομία στα σαλόνια ή τα καφέ της Αριστεράς, αλλά από την ίδια την υλική πραγματικότητα: και οι δύο πλευρές βρίσκονται σήμερα στην ίδια θέση. Υπερασπίζονται ό,τι είναι στέρεο. Αναφέρονται σε μια βάση ανθρώπινων αξιών που δεν μπορεί να εμπορευματοποιηθεί. Βάλλουν ενάντια σε μια κοινωνία που όλα τα μετατρέπει σε προϊόν υπό τον γνώμονα της μεγιστοποίησης του κέρδους , ακόμα και το ίδιο το νόημα της ζωής.

Φυσικά, η ιστορική πραγματικότητα των συγκρούσεων ανάμεσα στα κομμουνιστικά κινήματα και τους θρησκευτικούς θεσμούς κατά τον 20ό αιώνα αποτέλεσε ένα γεγονός που δημιούργησε ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ των δύο. Ωστόσο, σήμερα βλεπουμε πως η θρησκεία βρίσκεται συχνά στο πλευρό όσων αντιστέκονται στην πλήρη εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης και φτάνει σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργεί η ίδια ως επαναστατική πρωτοπορία, περισσότερο προωθημένη, μάλιστα, από οποιοδήποτε μαρξιστικό κίνημα ή ρεύμα. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί. 

Η ανθρωπότητα δεν κινήθηκε ποτέ προς την πρόοδο αποκλειστικά και μόνο μέσω ιδεολογικών συστημάτων, αλλά το έκανε και μέσω των βαθύτερων ηθικών και πνευματικών δυνάμεων που γεννήθηκαν μέσα στις λαϊκές μάζες. Η θρησκεία, πριν ακόμη μετατραπεί σε αντικείμενο φιλοσοφικής επεξεργασίας και δογματικής διαμάχης, αντλεί τη ζωντανή της ουσία από την αυθόρμητη πίστη των ανθρώπων. Η ίδια η γέννηση των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών δείχνει ότι αυτή η πίστη δεν αποτέλεσε απλώς μια μορφή αποδοχής της υπάρχουσας πραγματικότητας, αλλά μπορούσε να λειτουργήσει ως δύναμη αντίστασης, νοηματοδότησης και μεταμόρφωσης της ιστορικής πραγματικότητας. Ο 21ος αιώνας αποδεικνύει ότι η θρησκεία όχι μόνο δεν έχει χάσει τον ιστορικό της ρόλο αλλά αποτελεί παράγοντα ιστορικής κινητοποίησης. 

Μήπως, τελικά, το 1917 και το 1979 αποτελούν δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας βαθιάς ανθρώπινης επιθυμίας; Της αναζήτησης ενός κόσμου που έχει λογική και δικαιοσύνη; Της βαθιάς πίστης πως η πραγματικότητα διέπεται από απόλυτο νόημα;