ΣΚΕΨΗ ΧΑΖ ΑΛ ΝΤΙΝ
Συνέντευξη του Χαζ Αλ Ντιν στ0 Beijing Review
Με την άφιξη του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 23 Σεπτεμβρίου —την πρώτη του επίσκεψη στη χώρα έπειτα από τρία χρόνια και την πρώτη επίσημη κρατική επίσκεψη Κινέζου Προέδρου στις ΗΠΑ εδώ και έντεκα χρόνια— η ανθρωπότητα έγινε μάρτυρας μιας σημαντικής καμπής στην παγκόσμια ιστορία.
Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν πλέον δύο μεγάλες δυνάμεις της σύγχρονης παγκόσμιας τάξης. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά το 1991, οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη.
Η αμερικανική ηγεμονία δεν μπορεί να συγκριθεί με προηγούμενες μορφές γεωπολιτικής, πολιτισμικής ή οικονομικής υπεροχής. Κατέχοντας το κέντρο του πρώτου πραγματικά ολοκληρωμένου παγκόσμιου συστήματος μέσω του πρώτο πραγματικά ολοκληρωμένο παγκόσμιο συστήματος επαναδιοχέτευσης του πετροδολαρίου, όπως αυτό έχει περιγραφεί από οικονομολόγους όπως ο Μάικλ Χάντσον, οι ΗΠΑ ήταν, η πρώτη πραγματικά παγκόσμια υπερδύναμη. Μια τέτοια θέση δεν μπορεί να μετρηθεί απλώς με όρους στρατιωτικής ισχύος ή γεωπολιτικής υπεροχής. Ενώ η πρώην Σοβιετική Ένωση διέθετε στρατιωτική δύναμη που μπορούσε να ανταγωνιστεί σοβαρά εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών και αποτελούσε επίσης το κέντρο μιας εναλλακτικής γεωπολιτικής τάξης, δεν κατάφερε ποτέ να καταστεί το κέντρο ενός πραγματικά παγκόσμιου συστήματος.
Σε μια εποχή όπου αφθονούν οι αναλύσεις σχετικά με το λεγόμενο «τέλος της παγκοσμιοποίησης», αξίζει να θυμόμαστε ότι, παρά την πολυπολικότητα, τους εμπορικούς πολέμους, την ενοποίηση των γεωπολιτικών αλυσίδων εφοδιασμού και την αυξανόμενη έμφαση στις εθνικές βιομηχανικές πολιτικές, η παγκοσμιοποίηση έχει διαμορφώσει ένα μη αναστρέψιμο και βαθιά αλληλεξαρτώμενο παγκόσμιο σύστημα, το οποίο πολλές χώρες εξακολουθούν να θεωρούν δεδομένο.
Η συνεχιζόμενη τιμολόγηση της πλειονότητας των παγκόσμιων εξαγωγών και των εμπορικών πλεονασμάτων σε δολάρια, ακόμη και εν μέσω της ανόδου της πολιτικής πολυπολικότητας, καταδεικνύει ότι η αμερικανική ηγεμονία έχει αποκτήσει μια σαφή συστημική υπόσταση, η οποία δεν ανάγεται άμεσα στην πολιτική της ηγεμονία. Το μερίδιο των παγκόσμιων εξαγωγών που τιμολογούνται σε δολάρια παραμένει σταθερά γύρω στο 40% από το 2000, παρά τη σχετική μείωση του μεριδίου του δολαρίου στα συναλλαγματικά αποθέματα, από 72% το 2001 σε 57% το 2026.
Το καθεστώς υπερδύναμης που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλεται λιγότερο σε κάποια εγγενώς ανεπτυγμένη βιομηχανική δυναμικότητα ή σε ένα προηγμένο σύστημα διακυβέρνησης και περισσότερο στο γεγονός ότι, ως κληρονόμος του μεταπολεμικού συστήματος του Μπρέτον Γουντς, οι ΗΠΑ βρίσκονται στο επίκεντρο ενός de facto παγκόσμιου συστήματος φόρου υποτέλειας, το οποίο θέτει στη διάθεση της κρατικά καθοδηγούμενης έρευνας και ανάπτυξης σχεδόν απεριόριστη πιστωτική δυνατότητα, τόσο για οικονομικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς.
Όπως επισήμανε πρόσφατα σε συνέντευξή του σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ο Τζόου Μπο, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής του Πανεπιστημίου Τσινγκχουά, οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα (και αντιστρόφως), σε αντίθεση με εκείνες που διατηρούσαν με τη Σοβιετική Ένωση, δεν καθορίζονται πρωτίστως από ιδεολογική αντιπαλότητα. Αυτό όμως δεν αναιρεί το επιχείρημα ότι η εγγενής αντίφαση ανάμεσα στην άνοδο της Κίνας και στο αμερικανικής ηγεσίας παγκόσμιο σύστημα είναι, υπό το σημερινό καθεστώς, στην πραγματικότητα πιο δυσεπίλυτη από εκείνη που χαρακτήριζε τον Ψυχρό Πόλεμο του περασμένου αιώνα. Παρά τις όποιες διακηρύξεις περί έντονης ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαλότητας, από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και οι σύμμαχοί του εξακολουθούσαν να βασίζονται σε υπέρογκα δάνεια από δυτικούς πιστωτές, προκειμένου να διατηρήσουν σταθερή οικονομική ανάπτυξη και εξέλιξη. Η Σοβιετική Ένωση δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό ένα πολιτικό ανάχωμα αντίστασης απέναντι στον γεωπολιτικό ιμπεριαλισμό, ο οποίος ήταν ο ίδιος αποτέλεσμα του παγκόσμιου συστήματος υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Δεν αντιμετώπισε, ωστόσο, τις βαθύτερες αιτίες του γεωπολιτικού ιμπεριαλισμού και δεν δημιούργησε μια πραγματικά εναλλακτική λύση απέναντι σε αυτό το παγκόσμιο σύστημα.

Επισκέπτες παρακολουθούν δύο ανθρωποειδή ρομπότ, κατασκευασμένα από την Unitree Robotics, να πυγμαχούν στο τεχνολογικό συνέδριο LEAP 2026 στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας, στις 2 Σεπτεμβρίου. (XINHUA)
Αντιθέτως, η Κίνα έχει πράγματι θέσει τα θεμέλια για ένα εναλλακτικό παγκόσμιο σύστημα. Έχει αξιοποιήσει τα οφέλη που αποκόμισε από τη συμμετοχή της στο παγκόσμιο σύστημα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για την ανάπτυξη των εσωτερικών της δυνατοτήτων, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο εσωτερικό σύστημα επιστημονικής, τεχνολογικής και βιομηχανικής ανάπτυξης. Τα πλεονάσματα που προκύπτουν από αυτό το σύστημα έχουν δημιουργήσει μια εναλλακτική βάση για τη χορήγηση αναπτυξιακών δανείων και πιστώσεων σε χώρες που τα έχουν επειγόντως ανάγκη. Με τον τρόπο αυτό έχει δημιουργηθεί μια πραγματική εναλλακτική λύση απέναντι στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και σε άλλους μηχανισμούς παγίδευσης μέσω χρέους, οι οποίοι παρέχουν στους δυτικούς πιστωτές σημαντική πολιτική επιρροή στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Η Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (BRI) που προωθεί η Κίνα συνιστά επίσης σοβαρή απειλή για τα θεμέλια της αμερικανικής ηγεμονίας, απλώς και μόνο επειδή παρέχει στην πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού μια εναλλακτική πορεία οικονομικής ανάπτυξης, μια πορεία που τους επιτρέπει να αποδεσμευτούν πολιτικά από τον έλεγχο της Ουάσινγκτον.
Αυτό μας φέρνει στο σημερινό κρίσιμο σημείο της παγκόσμιας ιστορίας. Η επιτάχυνση της ανάπτυξης των παραγωγικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων της Κίνας τής επέτρεψε να καλύψει τη διαφορά και, σε ορισμένους τομείς, ακόμη και να ξεπεράσει τις ΗΠΑ στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D), καθώς και στην ανάπτυξη και εφαρμογή βασικών στρατηγικών τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα μικροκυκλώματα, τα ηλεκτρικά οχήματα και η ρομποτική, ασκώντας τεράστια πίεση στην εγχώρια αμερικανική βιομηχανία.
Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί, κατά μία έννοια, να θεωρηθεί σύμπτωμα του γεγονότος ότι αυτή η πίεση έχει φτάσει σε αποφασιστικό σημείο: η αναγνώριση από την Ουάσινγκτον ότι η μέχρι σήμερα πορεία των πραγμάτων δεν είναι πλέον βιώσιμη για την ίδια. Οι εμπορικοί πόλεμοι, οι δασμοί και άλλες μορφές προστατευτισμού συνιστούν μια πρωτοφανή, στην ιστορία της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής, έκφραση απόγνωσης. Ήδη, ως αποτέλεσμα των συνομιλιών που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της κρατικής επίσκεψης, η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε δίμηνη παράταση της υφιστάμενης εμπορικής εκεχειρίας.
Η σημασία της επίσκεψης του Σι για τους λαούς τόσο των ΗΠΑ όσο και της Κίνας δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Καθώς οι Αμερικανοί υφίστανται τις συνέπειες των συγκρούσεων με το Ιράν, με το ενεργειακό κόστος να υπερβαίνει κάθε επίπεδο που θα μπορούσε να θεωρηθεί μακροπρόθεσμα ανεκτό και τις οικονομικές δυσκολίες να εντείνονται, η ενίσχυση της διμερούς οικονομικής συνεργασίας με την Κίνα δεν θα μπορούσε να έρθει σε πιο κρίσιμη στιγμή. Παρομοίως, ο κινεζικός λαός έχει βιώσει τη βαθιά απρόβλεπτη φύση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς και τη στάση της Ουάσινγκτον απέναντι στην Κίνα. Η κρατική επίσκεψη του Σι συμβάλλει, τουλάχιστον, στο να αποσαφηνιστεί πού ακριβώς βρίσκονται οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Βεβαίως, εν μέσω του συνεχιζόμενου καταστροφικού πολέμου του Τραμπ με το Ιράν, η Κίνα έχει αποδειχθεί ένας καίριος παράγοντας στο παγκόσμιο σύστημα, λειτουργώντας ως το βασικό αντίβαρο στην απροκάλυπτη και μονομερή αμερικανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Και αυτό, για ακόμη μία φορά, δεν οφείλεται σε κάποια πικρόχολη ιδεολογική αντίθεση προς τις ΗΠΑ, αλλά στο γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη υπό κινεζική ηγεσία παρέχει σε πολλές χώρες τη δυνατότητα να διαθέτουν έναν βαθμό κυριαρχίας και ανεξαρτησίας που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να διατηρήσουν. Από την επίσκεψη του Σι, ο Τραμπ αναμφίβολα θα επιχειρήσει να εξασφαλίσει κάποιας μορφής δέσμευση για τη συμβολή της Κίνας στην «αποκατάσταση των ζημιών» που προκάλεσαν οι καταστροφικές συνέπειες της δικής του περιπέτειας στην εξωτερική πολιτική.
Ήδη, ο Σι έχει ζητήσει την επιστροφή στο Μνημόνιο Κατανόησης του Ισλαμαμπάντ του Ιουνίου, καθώς και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με στόχο την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας. Παράλληλα, έχει προτείνει την ενίσχυση των μηχανισμών για την αποτροπή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης.
Έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί η επεμβατική ιμπεριαλιστική αλαζονεία της εποχής του Μπαράκ Ομπάμα, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία επίσημη κρατική επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ.
Μόλις πριν από μία εβδομάδα, στις 18 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ φέρεται να απάντησε, όταν πιέστηκε να σχολιάσει την υποτιθέμενη «καταστολή» από την κινεζική κυβέρνηση: «Δεν ξέρω γι’ αυτό. Νομίζω, νομίζω ότι κι εμείς είμαστε καταπιεστικοί». Αυτό που έχει αντικαταστήσει την προηγούμενη στάση είναι ένας συνδυασμός κυνικού ρεαλισμού, απόγνωσης και πραγματικής σύγχυσης από την πλευρά της Ουάσινγκτον. Σε αντίθεση με την αποφασιστικότητα που χαρακτήριζε την εξωτερική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση, οι αμερικανικές ελίτ και κορυφαίοι ειδικοί δυσκολεύονται πραγματικά να κατανοήσουν την Κίνα. Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία ότι το ίδιο το μονοπολικό σύστημα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνέβαλε υλικά και οργανικά στην άνοδο και τη μεγάλη αναζωογόνηση της Κίνας έχει προκαλέσει βαθιά σύγχυση στους ανώτερους Αμερικανούς ιδεολογικούς διαμορφωτές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Εξ ου και οι νέες εσωτερικές αντιφάσεις της Ουάσινγκτον: ο Τραμπ φαίνεται να θαυμάζει ειλικρινά την Κίνα, επιδιώκοντας μάλιστα, από πολλές απόψεις, να την μιμηθεί. Ταυτόχρονα, επιχειρεί επιθετικά και απεγνωσμένα να διατηρήσει ακριβώς εκείνη τη μονομερή ηγεμονία που συνδέθηκε με την αποβιομηχάνιση και τις φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, τις οποίες ο ίδιος εμφανώς αποδοκιμάζει. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει τη μονομερή ηγεμονία, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ως θύμα και υποστηρίζει ότι οι διάφοροι παγκόσμιοι σύμμαχοι και εντολοδόχοι της την «εκμεταλλεύονται» και την «ξεζουμίζουν», ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν βασικά εργαλεία της ίδιας αυτής ηγεμονίας.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσινγκτον μπορούσε να παρουσιάζει τη Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της ως μια εξωτερική απειλή που κάλλιστα θα μπορούσε να είχε έρθει από άλλον πλανήτη. Η άνοδος όμως της Κίνας προήλθε εκ των έσω και όχι εκτός του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Έπειτα από δεκαετίες ιμπεριαλιστικής πολιτικής αλαζονείας και αλαζονικής άσκησης ήπιας-ισχύος, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών να κάνει υποδείξεις στα διάφορα κράτη του κόσμου σχετικά με τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και τη σωστή, «δημοκρατική» διακυβέρνηση, η κυβέρνηση Τραμπ χαρακτηρίζεται από έναν απεγνωσμένα εσωστρεφή προσανατολισμό, ο οποίος δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε κάποια ουσιαστική επίλυση.
Οι αντιφάσεις της Ουάσινγκτον μπορεί, ως εκ τούτου, να είναι απολύτως πραγματικές. Με αφορμή την επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ, ο Τραμπ μπορεί πράγματι να επιδιώξει ειλικρινά μια άνευ προηγουμένου αποκλιμάκωση στις διμερείς σχέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, η επίσκεψη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την προώθηση μιας επιθετικά εχθρικής στρατηγικής απέναντι στην Κίνα.